Στην Αθήνα του 2026, ένας 89χρονος άνδρας μπόρεσε να μπει σε κτίριο του ΕΦΚΑ, να πυροβολήσει έναν εργαζόμενο, να απομακρυνθεί, να φτάσει λίγο αργότερα σε δικαστικό κτίριο και να ανοίξει ξανά πυρ, τραυματίζοντας ακόμη τέσσερις ανθρώπους. Ο απολογισμός ήταν πέντε τραυματίες, δύο δημόσια κτίρια παραβιασμένα από την ίδια ένοπλη διαδρομή και μια πόλη και μία ολόκληρη χώρα που παρακολουθούσε αποσβολωμένη πώς ένα περιστατικό ακραίας βίας εξελισσόταν σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Το πρώτο σοκ είναι προφανές και ανθρώπινο. Ενας ηλικιωμένος, σχεδόν 90 ετών, κυκλοφορεί οπλισμένος στο κέντρο της πρωτεύουσας και τραυματίζει πέντε ανθρώπους. Το δεύτερο σοκ, όμως, είναι βαθύτερο. Δεν αφορά μόνο τον δράστη, αλλά το ίδιο το σύστημα που τον άφησε να περάσει. Αφορά την αίσθηση ότι τίποτα δεν λειτούργησε εγκαίρως: ούτε η πρόληψη, ούτε η προστασία, ούτε η επιτήρηση, ούτε καν το στοιχειώδες φίλτρο ασφάλειας σε χώρους όπου κινούνται καθημερινά υπάλληλοι, δικαστικοί λειτουργοί, δικηγόροι και πολίτες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία αυτής της υπόθεσης. Δεν είναι απλώς ένα «παράξενο» αστυνομικό περιστατικό, δεν είναι μια εξωτική, αποκομμένη ιστορία βίας που συνέβη για λίγες ώρες και μετά θα χαθεί στη ροή της επικαιρότητας. Είναι μια ιστορία που συμπυκνώνει, με βίαιο τρόπο, τρεις αποτυχίες μαζί: την αποτυχία του κράτους να προστατεύσει τους ανθρώπους του μέσα στα ίδια του τα κτίρια, την αποτυχία της δημόσιας διοίκησης να αντιλαμβάνεται εγκαίρως την κοινωνική φθορά που συσσωρεύεται, και την αποτυχία ενός ολόκληρου μηχανισμού να διαχειριστεί σοβαρά ζητήματα ψυχικής υγείας πριν αυτά εκραγούν μέσα στην κοινωνία.
Ας ξεκινήσουμε από το πιο γυμνό επίπεδο: την ασφάλεια. Ο 89χρονος πυροβόλησε πρώτα σε γραφείο κοινωνικής ασφάλισης και ύστερα σε δικαστήριο. Δύο χώροι που, θεωρητικά, θα έπρεπε να έχουν αυξημένη προσοχή, στοιχειώδη έλεγχο, καθαρές διαδικασίες προστασίας. Κι όμως, η ίδια η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έσπευσε να πει, μετά το επεισόδιο στη Λουκάρεως, ότι τα δικαστήρια παραμένουν ουσιαστικά αφύλακτα και ότι οι προειδοποιήσεις για τα κενά ασφαλείας είχαν ήδη υπάρξει. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι έγινε η επίθεση, αλλά το ότι όσοι εργάζονται εκεί δεν έδειξαν να εκπλήσσονται από το γεγονός ότι θα μπορούσε να συμβεί.
Αυτό από μόνο του είναι καταδικαστικό. Οταν σε μια χώρα το δικαστικό σώμα καταγγέλλει δημόσια ότι τα κτίρια της Δικαιοσύνης δεν προστατεύονται επαρκώς και το επιβεβαιώνει η ίδια η πραγματικότητα με τραυματίες, τότε δεν μιλάμε για ατυχία, αλλά για θεσμική εγκατάλειψη. Και όταν στο ίδιο πρωινό ένας εργαζόμενος στον ΕΦΚΑ τραυματίζεται στο πόδι από πυρά και λίγο αργότερα τέσσερις γυναίκες δικαστικοί υπάλληλοι τραυματίζονται στο δικαστικό μέγαρο, το πρόβλημα δεν είναι απλώς επιχειρησιακό, αλλά μιλάμε για πρόβλημα προτεραιοτήτων.
Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο επίπεδο που είναι πιο δύσκολο, πιο άβολο και γι’ αυτό συχνά το σπρώχνουμε στην άκρη. Το κοινωνικό υπόστρωμα της υπόθεσης. Δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για την ένοπλη βία. Ο άνθρωπος που σήκωσε όπλο απέναντι σε αθώους φέρει ακέραιη ευθύνη για την πράξη του. Αλλά η κοινωνία δεν μπορεί να σταματά μόνο εκεί. Οφείλει να αναρωτηθεί τι ακριβώς παράγει, τι ακριβώς αγνοεί, τι ακριβώς αφήνει να σαπίζει αθόρυβα μέχρι τη στιγμή της έκρηξης. Τα πρώτα ρεπορτάζ μίλησαν για έναν 89χρονο που φέρεται να σχετιζόταν με πολύχρονη ταλαιπωρία γύρω από τη σύνταξή του, ενώ στο δικαστήριο άφησε επιστολές προς εφημερίδες, σαν να ήθελε να μετατρέψει τη βία σε μήνυμα. Ακόμη κι αν τα κίνητρά του δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, η εικόνα μιας διαλυμένης σχέσης με το κράτος είναι ήδη εκεί.
Αυτή η λεπτομέρεια δεν ελαφρύνει τίποτα. Αλλά λέει πολλά για τη χώρα. Λέει ότι η διοίκηση σΑστυνομικές Ειδήσεις εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον πολίτη όχι σαν άνθρωπο που έχει ανάγκη λύσης, αλλά σαν φάκελο που μετακινείται. Λέει ότι η μακροχρόνια ταπείνωση, η αίσθηση αδιεξόδου, η μοναξιά και η φθορά δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Συσσωρεύονται σε σώματα, σε νεύρα, σε διαλυμένες ζωές. Και όταν δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός εκτόνωσης, στήριξης ή έγκαιρης παρέμβασης, το κοινωνικό πρόβλημα δεν εξαφανίζεται. Μπορεί να επιστρέψει με τον πιο βίαιο και άναρχο τρόπο.
Και εκεί ερχόμαστε στο πιο ευαίσθητο, αλλά απολύτως αναγκαίο σημείο: την ψυχική υγεία. Τα δημόσια ρεπορτάζ μετέδωσαν ότι ο 89χρονος είχε ιστορικό ψυχιατρικής νοσηλείας και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να στιγματίσει ανθρώπους που παλεύουν με ψυχικές διαταραχές. Το αντίθετο. Πρέπει να μας υποχρεώσει να μιλήσουμε σοβαρά για το πόσο πρόχειρα η ελληνική κοινωνία και η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζουν την ψυχική νόσο, ιδίως όταν αυτή συνδυάζεται με ηλικία, φτώχεια, κοινωνική απομόνωση και γραφειοκρατική εξάντληση.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν «είχε ψυχολογικά προβλήματα». Αυτό είναι σχεδόν η εύκολη φράση που βολεύει όλους, γιατί κλείνει πρόχειρα τη συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: ποιος τον παρακολουθούσε, ποιος τον στήριζε, ποιος ήξερε, ποιος παρενέβη, ποιος έκρινε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος, ποιος απλώς τον άφησε να χαθεί μέσα στα κενά ενός ανύπαρκτου δικτύου; Γιατί αν η απάντηση είναι «κανείς», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ατομική του κατάσταση. Είναι η συλλογική αδιαφορία που την περιέβαλε.
Και υπάρχει και μια ακόμη πτυχή που δεν πρέπει να χαθεί: η ηλικία. Η υπόθεση συγκλόνισε ακριβώς επειδή ο δράστης ήταν 89 ετών. Αυτό τσάκισε την κοινοτοπία ότι η επικινδυνότητα έχει πάντα ένα αναμενόμενο πρόσωπο, μια αναμενόμενη ηλικία, ένα αναμενόμενο κοινωνικό προφίλ. Ενας υπερήλικας άνδρας έγινε το πρόσωπο μιας υπόθεσης ακραίας βίας που έδειξε πόσο επιφανειακά διαβάζουμε συχνά την κοινωνία γύρω μας. Ισως γιατί μας βολεύει να πιστεύουμε ότι οι μεγάλες ρωγμές φορούν πάντα την ίδια στολή. Οι ρωγμές φορούν καμιά φορά μπλε καπαρντίνα, περπατούν αργά, μοιάζουν σχεδόν αόρατες, μέχρι να γίνουν πρωτοσέλιδο.
Ολη αυτή η ιστορία, τελικά, λέει κάτι ακόμη πιο δυσάρεστο: η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί αντιδραστικά. Περιμένει το κακό για να ανακαλύψει ότι υπήρχαν κενά. Περιμένει τους πυροβολισμούς για να θυμηθεί ότι τα δικαστήρια δεν φυλάσσονται επαρκώς. Περιμένει τους τραυματίες για να αναρωτηθεί αν υπήρχε ιστορικό που δεν παρακολουθήθηκε. Περιμένει την είδηση για να συζητήσει τη διοικητική απόγνωση των ανθρώπων που νιώθουν ότι το κράτος δεν τους βλέπει. Και μόλις κοπάσει η επικαιρότητα, ετοιμάζεται συνήθως να τα ξεχάσει όλα ξανά.
Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς την επόμενη φάση. Θα υπάρξουν ανακοινώσεις, ίσως κάποιες εξαγγελίες για μέτρα ασφαλείας, ίσως άλλη μία συζήτηση για τη φύλαξη των δημοσίων κτιρίων, ίσως μερικές ακόμη δηλώσεις για την ανάγκη ψυχιατρικής φροντίδας. Ολα αυτά είναι απαραίτητα, αλλά δεν αρκούν. Γιατί το ερώτημα που άφησε πίσω του ο 89χρονος δεν είναι διοικητικό μόνο, αλλά βαθιά πολιτικό και ανθρώπινο: σε ποιο σημείο ακριβώς μια πολιτεία σταματά να προλαμβάνει και αρχίζει απλώς να μετρά τραυματίες;
Η βία αυτής της ημέρας δεν γεννήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Γεννήθηκε μέσα σε χρόνια δυσλειτουργίας, αδιαφορίας, κενών, μπαλωμάτων και σιωπών. Ο 89χρονος δεν εισέβαλε μόνο σε έναν ΕΦΚΑ και σε ένα δικαστήριο. Εισέβαλε βίαια και στις τελευταίες αυταπάτες ότι οι δημόσιοι θεσμοί μας είναι στοιχειωδώς προετοιμασμένοι για το απρόβλεπτο, για το εύθραυστο, για το ανθρώπινο αδιέξοδο. Και δεν πιστεύω πως υπάρχει πιο ανησυχητικό συμπέρασμα από αυτό.
Drop Media | Περισσότερες Αστυνομικές Ειδήσεις Ενας 89χρονος, πέντε τραυματίες, ένα κράτος απόν
