Σε ποινή φυλάκισης τριών ετών με τριετή αναστολή καταδικάστηκε χειρουργός από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για βαριά σωματική βλάβη με ενδεχόμενο δόλο, σε βαθμό πλημμελήματος, σε υπόθεση που αφορά προληπτική διπλή μαστεκτομή χωρίς, όπως κρίθηκε, επαρκή και πραγματική τεκμηρίωση γονιδιακού ελέγχου.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2018 σε περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, όταν 60χρονη γυναίκα, η οποία παρακολουθούνταν τακτικά λόγω οικογενειακού ιστορικού καρκίνου του μαστού, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο χειρουργό για προληπτικούς ελέγχους.
Σύμφωνα με την καταγγελία της, μετά τον εντοπισμό ασβεστώσεων στο στήθος της, ο γιατρός της συνέστησε τη διενέργεια γονιδιακού ελέγχου για πιθανή κληρονομική προδιάθεση. Η ίδια υποστηρίζει ότι ενημερώθηκε πως το τεστ ήταν θετικό, γεγονός που την οδήγησε στην απόφαση να προχωρήσει άμεσα σε προληπτική διπλή μαστεκτομή.
Όπως κατέθεσε στο δικαστήριο, η απόφαση ελήφθη μέσα σε λίγες ημέρες, στηριζόμενη στην απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε στον χειρουργό, με τον οποίο διατηρούσε και φιλική σχέση. Δεν ζήτησε, όπως είπε, να δει τα αποτελέσματα του γενετικού ελέγχου πριν από την επέμβαση.
Μετά τη χειρουργική πράξη, η 60χρονη αντιμετώπισε σοβαρές επιπλοκές, με αποτέλεσμα να χρειαστεί αφαίρεση ενθεμάτων και περαιτέρω ιατρικές παρεμβάσεις, ενώ κατήγγειλε πολύμηνη σωματική και ψυχολογική ταλαιπωρία.
Κομβικό σημείο της υπόθεσης αποτέλεσε ο ισχυρισμός της ότι, σε μεταγενέστερη επικοινωνία με αρμόδιο ερευνητικό κέντρο για τον γονιδιακό έλεγχο, ενημερώθηκε πως τέτοια εξέταση δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, παρότι είχε καταβάλει το ποσό των 800 ευρώ. Ακολούθως, όταν υποβλήθηκε η ίδια σε γονιδιακό έλεγχο, τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά.
Η παθούσα υποστήριξε στο δικαστήριο ότι, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα προχωρούσε ποτέ σε μια «μη αναστρέψιμη, ακρωτηριαστική επέμβαση», όπως χαρακτήρισε τη μαστεκτομή.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος γιατρός αρνήθηκε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η ιατρική απόφαση ήταν ορθή και ελήφθη από κοινού με την ασθενή. Όπως ανέφερε, το οικογενειακό ιστορικό, η ηλικία της και οι ασβεστώσεις στο μαστό συνιστούσαν σοβαρούς παράγοντες κινδύνου που δικαιολογούσαν την προληπτική επέμβαση.
Ο ίδιος υποστήριξε επίσης ότι η ασθενής είχε επηρεαστεί και από αισθητικούς λόγους, ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι υπήρξε ψευδής ενημέρωση για γονιδιακό έλεγχο. «Οι περισσότεροι συνάδελφοι θα ενεργούσαν με τον ίδιο τρόπο», ανέφερε στην απολογία του, προσθέτοντας ότι η υπόθεση τον έχει επηρεάσει σημαντικά ψυχολογικά.
Η γυναίκα είχε προσφύγει και στα αστικά δικαστήρια, τα οποία την δικαίωσαν, επιδικάζοντάς της αποζημίωση.
Το δικαστήριο έκρινε τον γιατρό ένοχο για βαριά σωματική βλάβη με ενδεχόμενο δόλο, μετατρέποντας την αρχική κατηγορία της κακουργηματικής βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης σε πλημμέλημα. Παράλληλα, του αναγνώρισε δύο ελαφρυντικά: τη μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά και την ειλικρινή μεταμέλεια.
Υπενθυμίζεται ότι σε πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη πέντε ετών, πριν η ποινή μεταβληθεί από το εφετείο.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στην ιατρική και νομική κοινότητα, καθώς εγείρει σοβαρά ζητήματα σχετικά με τα όρια της ιατρικής ευθύνης, τη συναίνεση του ασθενούς και τη χρήση γενετικών εξετάσεων ως εργαλείο λήψης αποφάσεων για επεμβάσεις υψηλού ρίσκου.
Drop Media | Ειδήσεις από την Ελλάδα Θεσσαλονίκη: Καταδίκη χειρουργού για προληπτική μαστεκτομή χωρίς επιβεβαιωμένο γονιδιακό έλεγχο
