Το ποσό των περίπου 209 εκατ. ευρώ βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης της Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας και αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία αντιπαράθεσης στο Εφετείο, που ξεκινά στις 27 Μαΐου. Για την κατηγορία, πρόκειται για πραγματική και βέβαιη ζημία που προκλήθηκε από προβληματικές δανειοδοτήσεις και πρακτικές διαχείρισης. Για την υπεράσπιση, όμως, το ποσό αυτό δεν αποτυπώνει πραγματική οικονομική απώλεια, αλλά μια συνολική λογιστική εικόνα που διαμορφώθηκε μετά την κρίση και την εκκαθάριση της τράπεζας.
ΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Από την πρώτη στιγμή της υπόθεσης, το ύψος της ζημίας αποτέλεσε το βασικό σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ποινική αξιολόγηση της υπόθεσης. Το ποσό που συνδέεται με την κατάρρευση της Αχαϊκής φτάνει περίπου τα 209 εκατ. ευρώ και σχετίζεται με μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με επισφάλειες, με υποχρεώσεις που πέρασαν στην εκκαθάριση και με το λεγόμενο «funding gap» που καλύφθηκε μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τράπεζας.
Ωστόσο, η πραγματική έννοια αυτού του αριθμού αποτελεί σήμερα αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης. Είναι το τελικό κόστος της κατάρρευσης; Είναι λογιστική αποτίμηση; Ή είναι πραγματική περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από συγκεκριμένες αποφάσεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το Εφετείο.
ΤΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟ
Στον πρώτο βαθμό, το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε απλώς σε έναν συνολικό αριθμό ζημίας. Αντίθετα, εξέτασε επιμέρους περιπτώσεις δανείων και έκρινε ότι από συγκεκριμένες δανειοδοτήσεις προκλήθηκε «βέβαιη ζημία» για την τράπεζα.
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται δάνεια που κατέληξαν σε οριστική καθυστέρηση, ανεπαρκείς εξασφαλίσεις, συνεχείς αναχρηματοδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις που εγκρίθηκαν παρά τον υψηλό πιστωτικό κίνδυνο.
Το δικαστήριο ουσιαστικά έκρινε ότι η ζημία δεν ήταν θεωρητική ή πιθανή, αλλά πραγματική και άμεσα συνδεδεμένη με συγκεκριμένες πράξεις. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί στο αδίκημα της απιστίας η ζημία πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αποδεδειγμένη.
Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
Η υπεράσπιση, ωστόσο, επιτίθεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Σύμφωνα με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν το ποσό των 209 εκατ. δεν αντιστοιχεί σε άμεση απώλεια χρημάτων, πρόκειται για συνολική εικόνα που διαμορφώθηκε μετά την κρίση καθώς και δεν αποτυπώνει πλήρως τις εξασφαλίσεις και τις μεταγενέστερες ανακτήσεις.
Σε πολλές περιπτώσεις, υποστηρίζεται ότι υπήρχαν ακίνητα ή προσωπικές εγγυήσεις, έγιναν εισπράξεις και ρυθμίσεις, ενώ μέρος των απαιτήσεων ανακτήθηκε μέσω εκκαθάρισης ή μεταβίβασης δανείων.
Με βάση αυτή τη γραμμή, η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η ζημία εμφανίζεται μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΛΕΞΗ
Στο ποινικό δίκαιο, και ειδικά στο αδίκημα της απιστίας, δεν αρκεί μια πιθανή ή μελλοντική ζημία. Η ζημία πρέπει να είναι συγκεκριμένη, πραγματική και αποδεδειγμένη.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο αναμένεται να συγκρουστούν οι δύο πλευρές στο Εφετείο.
Η κατηγορία θα επιχειρήσει να αποδείξει ότι οι αποφάσεις δανειοδότησης δημιούργησαν εξαρχής υψηλό και αδικαιολόγητο κίνδυνο και ότι η ζημία ήταν αναμενόμενη συνέπεια αυτών των πρακτικών.
Η υπεράσπιση, αντίθετα, θα επιχειρήσει να δείξει ότι πολλές από τις χρηματοδοτήσεις θεωρούνταν τότε βιώσιμες, ότι τα δάνεια εξυπηρετούνταν για χρόνια και πως η οικονομική κρίση αλλοίωσε εκ των υστέρων την εικόνα.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Ενα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα της υπεράσπισης είναι ότι η κρίση του 2009 και η κατάρρευση της αγοράς άλλαξαν πλήρως τα δεδομένα. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή, πολλές επιχειρήσεις που χρηματοδοτήθηκαν ήταν τότε ενεργές και με σημαντικό κύκλο εργασιών, η αξία ακινήτων και εξασφαλίσεων κατέρρευσε μετά την κρίση αλλά και αντίστοιχες πρακτικές δανειοδότησης εφαρμόζονταν ευρύτερα στο τραπεζικό σύστημα. Αρα, κατά την υπεράσπιση, δεν μπορεί να κρίνεται μια τραπεζική απόφαση μόνο από το τελικό αποτέλεσμα που προέκυψε χρόνια αργότερα.
ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ, FUNDS ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΗΣΕΙΣ
Η συζήτηση για τη ζημία περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τη διαδικασία εκκαθάρισης. Μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, αρκετά δάνεια μεταβιβάστηκαν, έγιναν ρυθμίσεις, προχώρησαν αναγκαστικές εκτελέσεις ή μέρος των απαιτήσεων πέρασε σε funds.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο ερώτημα: Η ζημία πρέπει να υπολογίζεται με βάση τη στιγμή της χορήγησης ή με βάση το τελικό αποτέλεσμα μετά από χρόνια εκκαθάρισης;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τη νομική αξιολόγηση της υπόθεσης.
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ
Στα στοιχεία της υπόθεσης αποτυπώνεται μεγάλη συσσώρευση επισφαλειών, περιορισμένες ανακτήσεις σε σχέση με το συνολικό άνοιγμα και σημαντική απομείωση απαιτήσεων. Παράλληλα, υπάρχουν αναφορές σε ανακτηθέντα ποσά, σε εξασφαλίσεις που ρευστοποιήθηκαν και σε απαιτήσεις που παραμένουν ανοιχτές. Αυτή ακριβώς η διπλή εικόνα τροφοδοτεί τη σύγκρουση για το πραγματικό μέγεθος της ζημίας.
ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ Η ΖΗΜΙΑ
Το ύψος και η φύση της ζημίας δεν αποτελούν απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι το σημείο πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η ποινική θεμελίωση της υπόθεσης.
Αν το Εφετείο κρίνει ότι η ζημία δεν είναι επαρκώς αποδεδειγμένη ή δεν συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένες πράξεις, τότε μεταβάλλεται ουσιαστικά η βάση του κατηγορητηρίου. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθεί η πρωτόδικη κρίση περί βέβαιης ζημίας, ενισχύεται συνολικά το σκεπτικό των καταδικών.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η υπόθεση της Αχαϊκής Τράπεζας δεν είναι μόνο μια διαμάχη για δάνεια και εγκρίσεις. Είναι και μια μάχη για τους αριθμούς.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η εικόνα μιας τράπεζας που κατά την κατηγορία ζημιώθηκε σοβαρά από προβληματικές πρακτικές δανειοδότησης.
Από την άλλη, η άποψη ότι η πραγματική οικονομική ζημία δεν μπορεί να αποτυπωθεί με έναν ενιαίο αριθμό, χωρίς να ληφθούν υπόψη η κρίση, οι εξασφαλίσεις, οι ανακτήσεις και η εκκαθάριση.
Το Εφετείο καλείται τώρα να αποφασίσει αν τα 209 εκατ. ευρώ αποτελούν τεκμήριο εγκληματικής διαχείρισης ή μια λογιστική αποτύπωση της κατάρρευσης μιας εποχής.
Drop Media | Διαβάστε περισσότερες Ειδήσεις με Οικονομική Θεματολογία Αχαϊκή Τράπεζα: Το Εφετείο καλείται να απαντήσει – Πόση είναι τελικά η ζημία;
