Διεθνή

Πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν: Ο Τραμπ μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα – Τα Στενά του Ορμούζ και τα αμερικανικά αποθέματα

Πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα διαφορετικό από εκείνο που πιθανότατα είχε αρχικά υπολογίσει η Ουάσινγκτον.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ για να προκαλέσουν τεράστια καταστροφή στο Ιράν. Αυτό που αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερο είναι να μετατρέψουν αυτή την ισχύ σε μια συμφωνία που θα σηματοδοτεί μια καθαρή αμερικανική νίκη.

Η τελευταία εβδομάδα ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση αυτή την αντίφαση. Ο Τραμπ απείλησε με νέα μαζικά πλήγματα εναντίον της Τεχεράνης, στη συνέχεια ανέβαλε την επίθεση, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε ότι οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν προχωρούν.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, αμφισβήτησε ακόμη και το κατά πόσο υπάρχουν απευθείας συνομιλίες.

Στο μεταξύ, το πραγματικό πεδίο της διαπραγμάτευσης μεταφέρθηκε στα Στενά του Ορμούζ, εκεί όπου το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα ασύμμετρα πλεονεκτήματά του.

Και έτσι, ένας πόλεμος που ξεκίνησε με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στο επίκεντρο έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου η Ουάσινγκτον πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, προτού επιστρέψει στο πυρηνικό ζήτημα.

Η επίθεση που δεν έγινε

Η περασμένη εβδομάδα ξεκίνησε με την περιοχή να βρίσκεται ξανά στα πρόθυρα μιας μεγάλης κλιμάκωσης.

Ο Τραμπ προειδοποιούσε επί ημέρες ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να εξαπολύσουν νέα επίθεση εναντίον του Ιράν. Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου ανακοίνωσε τελικά ότι θα ανέβαλε τα νέα πλήγματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να υπάρξει γρήγορα συμφωνία για την «άμεση, πλήρη και ολική» επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τον τερματισμό αυτού που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «ιρανική πυρηνική απειλή».

Η απόφαση δεν ελήφθη χωρίς προηγούμενη πίεση από τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή.

Λίγο νωρίτερα, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε συνομιλήσει με τον Τραμπ και είχε τονίσει την ανάγκη αποκλιμάκωσης και επιστροφής στον διάλογο.

Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορεί να αποτελούν στενούς εταίρους της Ουάσινγκτον, όμως βρίσκονται ταυτόχρονα σε απόσταση λίγων λεπτών από το ιρανικό οπλοστάσιο.

Οι χώρες του Κόλπου δεν υπερασπίζονται το Ιράν. Προσπαθούν να προστατεύσουν τις δικές τους πόλεις, τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, τα διυλιστήρια, τα λιμάνια και τις υποδομές τους.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχει προκαλέσει ο πόλεμος: χώρες που επί χρόνια ζητούσαν σκληρότερη αμερικανική στάση απέναντι στην Τεχεράνη βρίσκονται πλέον στη θέση να προσπαθούν να συγκρατήσουν τον Λευκό Οίκο από μια νέα μεγάλη κλιμάκωση.

Ουάσινγκτον και Τεχεράνη δίνουν τη δική τους εκδοχή

Τις επόμενες ημέρες, οι δύο πλευρές έμοιαζαν αρκετές φορές να περιγράφουν δύο διαφορετικές πραγματικότητες.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι πραγματοποιήθηκε «ολοήμερη διαπραγμάτευση» με το Ιράν και χαρακτήρισε τις συνομιλίες «πολύ καλές». Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποίησε ότι εάν η Τεχεράνη υπαναχωρήσει, «θα χτυπηθεί πολύ σκληρά».

Το Κατάρ έκανε λόγο για πρόοδο στις προσπάθειες διαμεσολάβησης, ενώ το Ιράν αμφισβήτησε την αμερικανική περιγραφή περί απευθείας διαπραγματεύσεων.

Πίσω από αυτή τη μάχη εντυπώσεων βρίσκεται ένα κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα.

Ο Τραμπ χρειάζεται να παρουσιάσει την όποια συμφωνία ως αποτέλεσμα της αμερικανικής στρατιωτικής πίεσης. Η Τεχεράνη, αντίθετα, θέλει να εμφανίσει οποιαδήποτε συμφωνία ως αποτέλεσμα της δικής της αντοχής και όχι ως προϊόν αμερικανικού εξαναγκασμού.

Στο παρασκήνιο, πάντως, διεξάγονται διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβηση του Ομάν και στο επίκεντρο βρίσκεται το μέλλον των Στενών του Ορμούζ.

Τι ζητά το Ιράν για το Ορμούζ

Οι πληροφορίες για τους όρους που συζητούν Ιράν και Ομάν αναδεικνύουν ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της εξίσωσης.

Το υπό συζήτηση σχέδιο προβλέπει ότι το Ιράν θα αποκτήσει έλεγχο της εισερχόμενης ναυσιπλοΐας προς τον Περσικό Κόλπο και θα έχει εικόνα της εξερχόμενης κίνησης. Ωστόσο, παραμένουν σοβαρές διαφωνίες σχετικά με τον ακριβή μηχανισμό εποπτείας και τη διαδικασία διέλευσης των πλοίων.

Πριν από τον πόλεμο δεν υπήρχε αντίστοιχος επίσημος ιρανικός έλεγχος.

Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τον Λευκό Οίκο. Εάν ο Τραμπ αποδεχθεί μια συμφωνία που αναγνωρίζει στην Τεχεράνη αρμοδιότητες τις οποίες δεν διέθετε πριν από τις 28 Φεβρουαρίου, το Ιράν θα μπορεί να υποστηρίξει ότι, έπειτα από πέντε μήνες αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων, απέκτησε τελικά μεγαλύτερη επιρροή πάνω σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές θαλάσσιες αρτηρίες του κόσμου.

Εάν, από την άλλη, η συμφωνία δεν προχωρήσει, τα Στενά του Ορμούζ κινδυνεύουν να παραμείνουν ουσιαστικά κλειστά.

Το ζήτημα των τελών διέλευσης

Αγκάθι στις διαπραγματεύσεις αποτελεί και το ζήτημα των τελών διέλευσης.

Η Τεχεράνη έχει επιδιώξει χρεώσεις της τάξης του 5%7% επί της αξίας των φορτίων, ενώ το Ομάν έχει συζητήσει χαμηλότερη επιβάρυνση. Οι ΗΠΑ απορρίπτουν την ιδέα επιβολής τελών.

Παράλληλα, όμως, οι αμερικανικές κυρώσεις και οι απαιτήσεις των ασφαλιστικών εταιρειών καθιστούν δύσκολη ακόμη και την πρακτική εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια πολιτική συμφωνία δεν θα συνεπάγεται απαραίτητα άμεση επιστροφή των δεξαμενόπλοιων και των εμπορικών πλοίων στα Στενά.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Από τη Δευτέρα έως την Πέμπτη πέρασαν από τα Στενά μόλις 33 πλοία, έναντι 50 το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης εβδομάδας. Μόλις έξι δεξαμενόπλοια αργού πετρελαίου εξήλθαν από τον Περσικό Κόλπο.

Πριν από τον πόλεμο, περίπου 130140 πλοία περνούσαν από το Ορμούζ μέσα σε μία εβδομάδα.

Αυτό είναι και το πραγματικό ασύμμετρο πλεονέκτημα της Τεχεράνης. Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει τον αμερικανικό στόλο ούτε να εμποδίσει κάθε πλοίο. Αρκεί να δημιουργήσει αρκετή αβεβαιότητα ώστε ένας πλοιοκτήτης, ένας ασφαλιστής ή ένας έμπορος πετρελαίου να θεωρήσει ότι το ρίσκο είναι μεγαλύτερο από το πιθανό κέρδος.

Η Τεχεράνη αυξάνει το κόστος μιας νέας επίθεσης

Το Ιράν επιχείρησε την ίδια ώρα να αυξήσει ακόμη περισσότερο το κόστος μιας νέας αμερικανικής επίθεσης.

Ο Αμπάς Αραγτσί επικοινώνησε με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, το Κατάρ και την πακιστανική ηγεσία, μεταφέροντας προειδοποίηση ότι νέα αμερικανικά πλήγματα εναντίον κρίσιμων ιρανικών υποδομών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αντίποινα.

Στο ενδεχόμενο αυτό, η Τεχεράνη αφήνει να εννοηθεί ότι στο στόχαστρο θα μπορούσαν να βρεθούν πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια, δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, μεταφορικές υποδομές και άλλοι στρατηγικοί στόχοι στις χώρες του Κόλπου.

Το μήνυμα προς τις αραβικές κυβερνήσεις είναι σαφές: δεν μπορούν να επιτρέψουν στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν την περιοχή ως βάση για έναν πόλεμο χωρίς να αναλάβουν και οι ίδιες μέρος του κόστους.

Για το Ιράν, πρόκειται για μια λογική στρατηγική. Η Τεχεράνη δεν μπορεί να συγκριθεί στρατιωτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί όμως να καταστήσει το τίμημα της κλιμάκωσης τόσο υψηλό για τους συμμάχους της Ουάσινγκτον, ώστε εκείνοι να ασκήσουν με τη σειρά τους πίεση στον Λευκό Οίκο.

Η συμφωνία της Μέκκας αλλάζει τα δεδομένα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η τριμερής αμυντική συμφωνία που υπέγραψαν στη Μέκκα η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν.

Οι τρεις χώρες δεσμεύτηκαν ότι ένοπλη επίθεση εναντίον μίας από αυτές θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών.

Η συμφωνία δημιουργεί έναν νέο μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, στον οποίο συμμετέχουν η σημαντικότερη αραβική οικονομική δύναμη, η Τουρκία με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και το Πακιστάν, η μοναδική πυρηνική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.

Οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα και, επομένως, δεν πρόκειται για μια συμμαχία που δημιουργήθηκε αποκλειστικά εξαιτίας του πολέμου. Η συγκυρία, ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η συμφωνία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλώς αντιαμερικανική. Και οι τρεις χώρες διατηρούν σημαντικές σχέσεις ασφαλείας με τις ΗΠΑ, ενώ η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, όμως, είναι δύσκολο να αποσυνδεθεί από το αίσθημα ανασφάλειας που έχει δημιουργηθεί στη Μέση Ανατολή.

Η Σαουδική Αραβία βλέπει ότι ο παραδοσιακός εγγυητής της ασφάλειάς της μπορεί ταυτόχρονα, μέσα από τις δικές του πολεμικές επιλογές, να προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα μπορούσε να απειλήσει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και το ευρύτερο αναπτυξιακό της σχέδιο.

Η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί, επομένως, να διαβαστεί ως ένα νέο περιφερειακό «ασφαλιστήριο συμβόλαιο»: όχι απαραίτητα ως ρήξη με την Ουάσινγκτον, αλλά ως προσπάθεια σημαντικών δυνάμεων της περιοχής να μην εξαρτώνται πλέον αποκλειστικά από τις ΗΠΑ για την ασφάλεια και τη διαχείριση της αστάθειας.

Αδειάζουν τα αμερικανικά αποθέματα

Την ίδια στιγμή, ένα ακόμη πρόβλημα αρχίζει να γίνεται εμφανές για την Ουάσινγκτον.

Δεν πρόκειται για έλλειψη στρατιωτικής ισχύος. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι μακράν ισχυρότερες από το Ιράν.

Το ζήτημα είναι το κόστος της διατήρησης αυτής της στρατιωτικής ισχύος επί μήνες.

Σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται στο Reuters, ο αμερικανικός στρατός έχει χρησιμοποιήσει σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων πυραύλων ATACMS και Precision Strike Missile στον πόλεμο με το Ιράν.

Παράλληλα, έχει καταναλωθεί λίγο λιγότερο από το μισό παγκόσμιο αμερικανικό απόθεμα Tomahawk, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τα στοιχεία.

Πιεστική εμφανίζεται και η κατάσταση στην αεράμυνα. Το CSIS έχει υπολογίσει ότι από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο χρησιμοποιήθηκε περίπου το 65% των αναχαιτιστών Patriot, ενώ τα διαθέσιμα βλήματα THAAD μειώθηκαν τουλάχιστον κατά 38%.

Ο Τραμπ επιχείρησε αρχικά να υποβαθμίσει το ζήτημα. Την Πέμπτη, ωστόσο, παραδέχθηκε ότι, ενώ για ορισμένες κατηγορίες πυρομαχικών οι ΗΠΑ διαθέτουν σχεδόν απεριόριστες ποσότητες, για άλλες τα αποθέματα είναι «λίγο πιο στενά».

Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι η αμερικανική αμυντική βιομηχανία αυξάνει την παραγωγή Patriot και Tomahawk.

Το πραγματικό ερώτημα για τον Τραμπ

Το πρόβλημα για την Ουάσινγκτον δεν είναι μόνο πόσους ακόμη πυραύλους χρειάζεται ο πόλεμος με το Ιράν.

Κάθε Patriot, κάθε Tomahawk και κάθε πύραυλος μεγάλου βεληνεκούς που καταναλώνεται στη Μέση Ανατολή είναι ένα όπλο που δεν είναι πλέον διαθέσιμο σε μια πιθανή κρίση στον Ειρηνικό ή στην Ευρώπη.

Έτσι, ο πραγματικός υπολογισμός του Λευκού Οίκου δεν αφορά πλέον μόνο το ερώτημα εάν οι ΗΠΑ μπορούν να χτυπήσουν ξανά το Ιράν.

Η απάντηση σε αυτό παραμένει «ναι».

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι πόσες φορές ακόμη μπορούν να το κάνουν χωρίς να μειώσουν επικίνδυνα τα αποθέματα που προορίζονται για άλλες, ενδεχομένως μεγαλύτερες, συγκρούσεις.

Και κάπου εδώ βρίσκεται το βασικό δίλημμα του Τραμπ: η Αμερική διαθέτει ακόμη τη στρατιωτική ισχύ για να συνεχίσει τον πόλεμο, αλλά όσο αυτός παρατείνεται τόσο αυξάνεται το οικονομικό, στρατιωτικό και γεωπολιτικό κόστος.

Η αναζήτηση μιας συμφωνίας για το Ορμούζ μπορεί επομένως να μην αποτελεί απλώς προσπάθεια αποκλιμάκωσης. Μπορεί να είναι και η προσπάθεια της Ουάσινγκτον να βρει έναν τρόπο εξόδου από έναν πόλεμο στον οποίο η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί πλέον για να εξασφαλίσει μια ξεκάθαρη πολιτική νίκη.

Drop Media | Περισσότερα Διεθνή Νέα Πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν: Ο Τραμπ μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα – Τα Στενά του Ορμούζ και τα αμερικανικά αποθέματα

Δείτε επίσης
Διεθνή

Χαβάη: 20χρονος πρωταθλητής κολύμβησης κατηγορείται για τη δολοφονία 63χρονου φύλακα – Κυκλοφορούσε γυμνός και φώναζε «είμαι ο Ιησούς»

Σοκ έχει προκαλέσει στη Χαβάη η άγρια δολοφονία ενός 63χρονου φύλακα ασφαλείας σε παραθαλάσσιο θέρετρο στο Μάουι, με…
Διεθνή

Στο τελικό στάδιο η συμφωνία Ιραν-Ομαν, τι θα γίνει με τα στενά του Ορμούζ

Πολύ κοντά σε συμφωνία με το Ομάν για τον καθορισμό νέων ναυτιλιακών διαδρομών στα Στενά του Ορμούζ βρίσκεται…
Διεθνή

Τραμπ: «Κρατάμε χαμηλούς τόνους για το Ιράν»

Σε οικονομικά κατά βάση μέσα και όχι με στρατιωτικά σχεδιάζει να αυξήσει την πίεση προς το Ιράν ο…

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter του Dropmedia.gr για να λαμβάνετε κάθε μέρα τα σημαντικότερα θέματα στο inbox σας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *