
Το The friend’s house is here παρουσιάζεται ως υβριδική κινηματογραφική άσκηση πάνω στο θέατρο, την επιθυμία για ελευθερία και τα όρια της καλλιτεχνικής αυτοέκφρασης σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον.
Η ταινία ακολουθεί μια underground θεατρική ομάδα που προσπαθεί να ανεβάσει μια παράσταση βασισμένη σε βιντεοπροβολές, διαδραστικά παιχνίδια και μπρεχτικές τεχνικές αποστασιοποίησης. Παράλληλα, βλέπουμε την καθημερινότητα των μελών της ομάδας: τις δουλειές επιβίωσης, τις μικρές ταπεινώσεις, την αίσθηση ότι ζουν σε μια χώρα που τους αρνείται τον χώρο και τον χρόνο για να αναπνεύσουν. Κάτι τέτοιο θα μπορούσαν να σας αφηγηθούν όσοι έπαιρναν απλώς μια πρώτη γεύση από την ταινία, αν αυτή ακολουθούσε μια γνώριμη μορφή αφήγησης. Στο μέσο περίπου της ταινίας, όμως, αποκαλύπτεται ο κεντρικός πρακτικός γόρδιος δεσμός που ιδανικά θα έπρεπε να λυθεί: η ομάδα λειτουργεί χωρίς άδεια, επιχορηγήσεις και θεσμική στήριξη, άρα το μέλλον της είναι αβέβαιο. Από εκεί και πέρα, η αφήγηση μετατοπίζεται σε μια αγωνιώδη αναζήτηση πόρων και συμμάχων, ενώ η ίδια η παράσταση αρχίζει να καθρεφτίζει τη σωματική και ψυχική εξάντληση των δημιουργών της. Το φινάλε, ανοιχτά πικρό, δείχνει μια παράσταση που πραγματοποιείται μερικώς, σχεδόν πεισματικά, περισσότερο ως πράξη ύπαρξης παρά ως καλλιτεχνική νίκη.
Με υπέροχες προθέσεις αλλά δομικά προβλήματα, η ταινία The friend’s house is here έχει πολλά να πει, αλλά δεν αφήνει κάποιο κεντρικό νήμα να κατευθύνει τη συζήτηση. Το δραματουργικό της mid point, δηλαδή η στιγμή που εμφανίζεται το πραγματικό διακύβευμα της άδειας και της χρηματοδότησης, έρχεται υπερβολικά αργά. Μέχρι τότε, ο θεατής έχει ήδη δεχτεί επαναλαμβανόμενες παραλλαγές της ίδιας πληροφορίας: οι ήρωες ασφυκτιούν, θέλουν ελευθερία, το σύστημα δεν τους τη δίνει. Η επανάληψη δεν λειτουργεί ως εμβάθυνση αλλά ως στασιμότητα. Αν το κεντρικό πρόβλημα είχε τεθεί από την πρώτη πράξη, η ταινία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια καθαρή αναζήτηση λύσης, σε μια διαδρομή με κλιμάκωση· αντ’ αυτού, επιλέγει να επενδύσει μεγάλο χρόνο στη σκιαγράφηση της ομάδας και στη ρητορική περί ελευθερίας, αφήνοντας την πλοκή να αργοπορεί.
Η εμμονή με τις οθόνες είναι από τα πιο ενδιαφέροντα μοτίβα. Οθόνες στη σκηνή, οθόνες στο κατάστημα όπου δουλεύει ένας από τους χαρακτήρες, οθόνες ως φίλτρο αντίληψης… και, τέλος, θεατές μπροστά από οθόνες. Περιορισμός. Τέταρτος τοίχος. Δομική ισορροπία. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία προτείνει έναν κόσμο όπου η εμπειρία μεσολαβείται διαρκώς, ακόμη και όταν μιλά για αυθεντικότητα. Εκεί συναντάται δημιουργικά με τον Μπρεχτ και τον Πίτερ Μπρουκ — ως ιδέες, όχι ως εφαρμογές τους.
Στα θετικά, η αποστασιοποίηση δεν είναι απλώς αισθητικό παιχνίδι αλλά σχόλιο για το πώς η πραγματικότητα έχει ήδη θεατροποιηθεί. Το παιχνίδι με τη μπάλα και τις ερωτήσεις, μία από τις πιο δυνατές σκηνές που θα δούμε περισσότερες από μία φορές, συμπυκνώνει αυτή τη λογική. Οι χαρακτήρες εκτίθενται, μιλούν για φόβους και επιθυμίες, όμως το κάνουν μέσα σε ένα σαφώς κατασκευασμένο πλαίσιο. Η ειλικρίνεια —το έχουμε ήδη υπαινιχθεί— γεννιέται μέσα από τη φόρμα, όχι έξω από αυτήν.
Παρά τις αρετές της, η ταινία κουβαλά μια έντονη αίσθηση εσωστρέφειας. Είναι καλογυρισμένη, με προσεγμένο φωτισμό και καθαρή οπτική ταυτότητα, όμως μοιάζει να απευθύνεται κυρίως στους ίδιους τους δημιουργούς της και στον κύκλο τους. Οι συνεχείς σημειώσεις, οι μικρές παρενθετικές ιδέες, οι αυτοαναφορικές χειρονομίες δημιουργούν ένα έργο πολύ προσωπικό — τόσο προσωπικό που, για να αγκαλιαστεί, απαιτεί θεατές με αντίστοιχους προβληματισμούς ή διλήμματα. Αυτό δεν είναι από μόνο του ελάττωμα, αλλά περιορίζει την πρόσβαση του θεατή που δεν συμμερίζεται εκ των προτέρων το πλαίσιο. Το underground εδώ δεν παρουσιάζεται ως ρομαντικό καταφύγιο αλλά ως χώρος κόπωσης: το πνεύμα θέλει, το σώμα δεν αντέχει. Αυτή η αντίστιξη —ας της το δώσουμε— πλάστηκε με ειλικρινή στοιχεία.
Τελικά, το The friend’s house is here είναι μια δημιουργία που αξίζει σεβασμό για την πρόθεσή της και για ορισμένες καθαρές στιγμές αλήθειας, αλλά δεν καταφέρνει να μετατρέψει το υλικό της σε συνεκτική κινηματογραφική εμπειρία. Η καθυστέρηση της σύγκρουσης αποδυναμώνει την ένταση και η εμμονή στη διακήρυξη της ελευθερίας καταλήγει να την ακινητοποιεί δραματουργικά. Αναγνωρίζεις τις αρετές, την τόλμη, τη φροντίδα στη μορφή, όμως η ταινία μένει περισσότερο ως σημειωματάριο ιδεών παρά ως πλήρως ανεπτυγμένο έργο. Και ίσως αυτό να είναι ταυτόχρονα η δύναμη και το όριό της. Αν, λοιπόν, όλοι ψάχνουμε το σπίτι αυτών των φίλων (όπως ορίζει ο τίτλος), ας χτυπήσουμε και τα διπλανά κουδούνια — σε περίπτωση που ισχύει το «στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα».
www.ertnews.gr
